Κάθε Σεπτέμβρης — ή λίγο νωρίτερα, στα τέλη Αυγούστου — μοιάζει με μικρή Πρωτοχρονιά. Τα σχολεία ανοίγουν, οι φοιτητές μετακομίζουν, οι γονείς οργανώνουν βαλίτσες, αγοράζουν κουζινικά, δακρύζουν από συγκίνηση. Στα social media κυκλοφορούν δεκάδες αναρτήσεις με φωτογραφίες και περήφανα μηνύματα: «Περάσαμε Νομική!», «Πάτρα, ερχόμαστε!», «Η αρχή ενός ονείρου».

Και πράγματι, είναι ένα μεγάλο επίτευγμα. Μια σελίδα που γυρίζει. Μια σημαντική νέα αρχή.
Όμως, πίσω από το πανηγυρικό κλίμα, υπάρχει και κάτι που ίσως ξεχνάμε να δούμε: το βάρος των προσδοκιών. Των γονιών, των συγγενών, της κοινωνίας. Το μήνυμα συχνά είναι σαφές – έστω και άθελά μας: «Κάναμε τους γονείς περήφανους». Και όσοι δεν «τα κατάφεραν»; Όσοι δεν πέρασαν σε μια σχολή; Όσοι αποφασίζουν να ακολουθήσουν έναν διαφορετικό δρόμο, λιγότερο «ανακοινώσιμο»; Πόσο εύκολα νιώθουν ανεπαρκείς, αποτυχημένοι, δεύτερης ταχύτητας;
Οι προσδοκίες, ακόμα και όταν γεννιούνται από αγάπη, μπορούν να μετατραπούν σε άγχος, ενοχές, ανάγκη για επιβεβαίωση. Οι νέοι άνθρωποι χρειάζονται στήριξη, όχι σύγκριση. Χρειάζονται χώρο να κάνουν τα δικά τους λάθη, να δοκιμάσουν, να αλλάξουν γνώμη. Χρειάζονται γονείς που θα πουν «είμαι περήφανος για σένα», όχι μόνο όταν επιτυγχάνουν, αλλά και όταν τολμούν.
Καλή αρχή, λοιπόν, σε όλες τις αρχές. Σ’ εκείνους που ξεκινούν σε νέες πόλεις, αλλά και σ’ αυτούς που ψάχνουν ακόμη το μονοπάτι τους. Σε κάθε νέο ξεκίνημα – είτε συνοδεύεται από χειροκροτήματα, είτε από σιωπηλές, προσωπικές αποφάσεις.






