Τη συνάντησα ένα μεσημέρι Σαββάτου στο θέατρο «Πορεία». Εκεί όπου γίνονται οι πρόβες της «Ηλέκτρας», μιας παράστασης σε σκηνοθεσία Δημήτρη Τάρλοου, που έκανε πρεμίερα στις 4 και 5 Ιουλίου, στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου. Χαρούμενη και πολύ όμορφη, αλλά και με αγωνία για την παράσταση, μου μίλησε για την ηρωίδα της – έναν ρόλο που ουσιαστικά η ίδια και ο Δημήτρης Τάρλοου (με τον οποίο συνεργάζονται για πρώτη φορά) τη «γέμισαν» τόσο ώστε να πει το «ναι» σε αυτή την περιοδεία.Κάτι που, όπως εξομολογείται, δεν της αρέσει και ιδιαίτερα, καθώς τη δυσκολεύει. Η συνάντηση και η συζήτηση με τη Λουκία Μιχαλοπούλουείναι πάντα ενδιαφέρουσα και απολαυστική!


Συνέντευξη στη Μαρένα Καδιγιαννοπούλου
Φωτογράφος: Patroklos Skafida

Πώς είναι η καθημερινότητά σου όταν προετοιμάζεσαι για έναν ρόλο, μια παράσταση;


Η προετοιμασία είναι μια πολύ μεγάλη ιστορία. Νομίζω πως είναι το βασικότερο και δυσκολότερο κομμάτι. Αν έχεις θέσει κάποιες βάσεις, μπορείς –αν και δεν μου αρέσει αυτή η λέξη για το θέατρο– να νιώσεις «ασφαλής». Υπάρχει ένα μεγάλο κομμάτι που εγώ ονομάζω προσωπική δουλειά: η σχέση μου με το ίδιο το κείμενο. Δεν έχει να κάνει με το όραμα του σκηνοθέτη, αλλά με τη δική μου εμβάθυνση – την εκμάθηση του λόγου, την κατανόηση της γλώσσας, του τρόπου σκέψης του συγγραφέα και της ηρωίδας. Αυτή η σχέση είναι το 50% της δουλειάς.


Επομένως εσύ κάνεις διπλή δουλειά: η Λουκία με το κείμενο και η Λουκία με τον σκηνοθέτη στην πρόβα.


Ακριβώς! Για μένα, όλη αυτή η διαδικασία ξεκίνησε από τον Ιανουάριο, ενώ η πρώτη μας πρόβα έγινε επίσημα στις 2 Απριλίου. Μεσολάβησε ένα μεγάλο διάστημα προσωπικής προεργασίας. Είναι πολλά αυτά που πρέπει να φέρειςέτοιμα στη δουλειά, πριν μπεις σε συνεργασία με τον σκηνοθέτη και τους συναδέλφους. Έχω τη μεγάλη τύχη να είμαι με μια εξαιρετική ομάδα ηθοποιών και με τον Δημήτρη Τάρλοου. Αν και δεν είχαμε ξαναδουλέψει μαζί, ένιωσα από την αρχή μια παράξενη οικειότητα, σαν να έχουμε ήδη διανύσει κάποια χιλιόμετρα μαζί. Αυτό δεν το συναντάς εύκολα.


Υπάρχει κοινό έδαφος, λοιπόν, και στην προσέγγιση σας. Μιλώντας για προετοιμασία, σε τι διαφέρει ένας ηθοποιός από έναν αθλητή στον πρωταθλητισμό;


Δε διαφέρει σε τίποτα! Αυτό δεν τελειώνει ποτέ! Το μόνο που αλλάζει, είναι πως όσο περνάει ο καιρός των προβών και οδεύεις προς την παράσταση, έχεις κάποιες αγωνίες επιπλέον, για να μην τραυματιστείς, να μην αρρωστήσεις. Η προετοιμασία είναι μια πολύ μεγάλη ιστορία και τώρα είμαστε ένα μήνα πριν από την πρώτη μας παράσταση και δεν είναι εύκολη περίοδος, μπορεί να είναι και από τις δυσκολότερες. Τώρα αρχίζει να παίρνει μια μορφή στο σύνολο της, να φτιάχνεται το πλαίσιο. Είναι το διάστημα που πρέπει να παρθούν αποφάσεις και πρέπει να τις στηρίξεις, διότι δεν είσαι εσύ ο σκηνοθέτης. Ο Δημήτρης όμως έχει το μεγάλο ταλέντο και εξυπνάδα, να σε έχει συνδημιουργό του σε όλο αυτό. Σε βάζει εντός του οράματος του και αυτό το θεωρώ πολύ έξυπνο και γενναιόδωρο, διότι δεν αισθάνεσαι απέξω από αυτό που σχεδιάζεται. Είσαι μέρος του. Δεν είναι η παράσταση του, είναι η παράσταση μας. Και το κάνει στ’ αλήθεια, κι αυτό είναι πάρα πολύ όμορφο.


Πιστεύεις πως οι συνεργασίες έρχονται στην κατάλληλη στιγμή; Εσύ και ο Δημήτρης Τάρλοου δεν είχατε συναντηθεί ποτέ ξανά στη σκηνή και βρίσκεστε πρώτη φορά φέτος για χάριν της «Ηλέκτρας»…


Παρακολουθώ πολλά χρόνια την πορεία του, στο θέατρο «Πορεία», γιατί είναι ένα θέατρο του γούστου μου, από την άποψη ότι είναι μια εστία που γίνονται δουλειές με κείμενα που μου αρέσουν και αγαπάω. Με ηθοποιούς που εκτιμώ και έχω δουλέψει μαζί τους ή θα ήθελα να δουλέψω μαζί τους. Είναι μια εστία και αυτό δεν είναι εύκολο να το συναντάς. Λίγες εστίες υπάρχουν πια. Μου είχε ξανακάνει πρόταση ο Δημήτρης αλλά είχα ήδη κλείσει σε μια άλλη δουλειά και δεν τα καταφέραμε. Τώρα ήταν η σωστή στιγμή και όλο έγινε πολύ φυσικά! Ήθελα να βρεθώ με τον Δημήτρη. Από την πρώτη μας συνάντηση, ήπιαμε έναν καφέ στο Μουσείο – το θυμάμαι, μου έχει μείνει αυτή η συνάντηση
με τον καφέ – αυτό που είδα στον Δημήτρη δεν είναι τόσο το εγχείρημα της «Ηλέκτρας» που με εντυπωσίασε, αυτό είναι κάτι πολύ μεγάλο και πολύ σπουδαίο, και υπάρχουν πολύ σπουδαία κείμενα και σπουδαίοι ρόλοι, όπως κι έχω αρνηθεί στο παρελθόν σπουδαίους ρόλους. Ποτέ δεν ήταν για μένα αυτό το κυρίως μέλημα μου. Για μένα το κύριο είναι να πιστέψω αυτόν που έχω απέναντι μου. Τον Δημή
τρη τον πίστεψα. Έχει μια τρομερή αθωότητα παιδιού και ταυτόχρονα γέρου. Δε ξέρω πώς το κάνει, κι αυτό το στοιχείο του, το έχω «κλέψει» και πιο πρακτικά για την Ηλέκτρα. Δηλαδή βλέπεις ένα παιδί και μια γριά συνάμα ανάλογα με τις αποφάσεις που παίρνει. Δεν έχει μια ενδιάμεση οδό. Και ο Δημήτρης είχε αυτή την αθωότητα και μια παράξενη σοφία και μια ματαιότητα λες και ήταν 90 ετών. Στο ίδιο ραντεβού και με συγκίνησε.


Ποιες πτυχές της τραγωδίας θελήσατε να φωτίσετε περισσότερο στο συγκεκριμένο ανέβασμα;


Αυτό που έχει δει ο Δημήτρης κι έχει πολύ ενδιαφέρον είναι πως όλο αυτό που συμβαίνει είναι στο κεφάλι αυτής της ηρωίδας, της Ηλέκτρας. Εγώ την ονομάζω μια ηρωϊδα «λούπα» γιατί δεν συναντάμε πολύ εύκολα στο αρχαίο δράμα αυτή την επανάληψη και επανάληψη, δε σταματάει αυτό. Είναι σαν να «τρώγεται» συνέχεια, σαν να πετάει το κεντρί της και να επιστρέφει σε αυτήν. Είναι ένας συνεχόμενος κύκλος, χωρίς καμία λύτρωση. Οπότε ο Δημήτρης είδε την παράσταση, να μοιάζει όλο αυτό να είναι στο κεφάλι αυτής της ηρωίδας σαν όνειρο, που δε ξέρεις τελικά αν όλα αυτά συνέβησαν ή δε συνέβησαν, αν τα ήθελε ή δεν τα ήθελε, αν υπήρξαν ή δεν υπήρξαν, αν τελείωσε κάτι
ή δεν τελείωσε, επομένως είναι σαν να παρακολουθείς τον εγκέφαλο της Ηλέκτρας. Αυτό προσπαθεί ο Δημήτρης και προσπαθούμε κι εμείς να κάνουμε στην παράσταση και μουσικά και κινησιολογικά. Είναι ένα πάντρεμα του ρεαλισμού με τον μη ρεαλισμό. Τον ενδιέφερε πάρα πολύ τον Δημήτρη, κι εμένα, γιατί είναι και το πιο κοινό μου θα έλεγα με αυτή την ηρωϊδα, η πίστη της και η βαθιά της πίστη και η εμμονή της σε κάτι. Δεν μετακινείται με τίποτα. Δε φεύγει από αυτό που εκείνη νιώθει και θέλει. Αυτό είναι ένα κομμάτι που μπορείς να πεις ότι αναγνωρίζω στον εαυτό μου. Υπάρχει όμως κι ένα άλλο κομμάτι, που έχει να κάνει με τη βία, το οποίο είναι αυτό που ο Δημήτρης με ωθεί σε αυτή την κατεύθυνση και είναι κάτι το οποίο ακούω με όλη μου την ψυχή γιατί μου αρέσει να το ακούω με όλη μου την ψυχή. Όμως από την άλλη, εγώ δεν πιστεύω ότι η βία αντιμετωπίζεται εσωτερικά με βία. Πιστεύω δηλαδή, ότι μια βίαιη πράξη σκηνικά, πρέπει να έχει το ακριβώς ανάποδο της εσωτερικά. Πάντα πιστεύω στις αντιθέσεις στο θέατρο, σε όλα. Θέλει κάποιος να σηκωθεί αλλά ταυτόχρονα πρέπει να θέλει να κάτσει. Διαφορετικά το σήκωμα είναι πια επιφανειακό. Οπότε αυτή η βία που έχει μπει στο τραπέζι, ψάχνω τώρα να ανακαλύψω να βρω τον τρόπο που θα συμβεί, αλλά δεν θα είναι μόνο αυτό που φαίνεται επιφανειακά. Το σκοτάδι μπορεί να έχει πολύ φως μέσα του.


Ανέφερες πριν πως η πίστη και η εμμονή της ηρωίδας σου, είναι οι κοινοί τόποι με τη Λουκία. Αναρωτιέμαι συχνά, εάν ένας ηθοποιός χρειάζεται να αισθανθεί ή να έχει ζήσει κάποιες από τις καταστάσεις που καλείται να υποδυθεί…


Υπάρχουν φορές που είναι πολύ βοηθητικό να ανατρέχεις σε πράγματα δικά σου ή σε πράγματα που μπορεί να μην είναι ακριβώς σαν του ήρωα που θα υποδυθείς, αλλά κάτι να σου ανοίγουν. Και υπάρχει κι ένα κομμάτι που επίσης είναι πολύ σπουδαίο, πώς η φαντασία σου, σου ανοίγει σε κάτι που δεν έχεις ιδέα περί τίνος πρόκειται. Η Ηλέκτρα κάποια στιγμή προτείνει δολοφονία, δεν είναι δολοφόνος ούτε εγώ είμαι δολοφόνος ούτε έχω σκεφτεί ποτέ, δεν έχω διανοηθεί ποτέ να δολοφονήσω κάποιον. Κι εκεί είναι η βασική μου διαφορά με την ηρωίδα. Όταν με κάποιον δεν συμφωνώ ή δεν ταιριάζει το γούστο μας, δεν επιτίθεμαι. Απλά στεναχωριέμαι. Μαζεύομαι. Δεν κάνω επίθεση. Σέβομαι τη γνώμη του άλλου και μεγαλώνοντας την ακούω ακόμη κι αν είναι από άλλο ανέκδοτο από εμένα. Πια δείχνω μεγαλύτερη κατανόηση και προσπαθώ να καταλάβω. Είμαι πιο ανοιχτή μεγαλώνοντας.


Ο θεατής, το κοινό, φεύγοντας από μια παράσταση πρέπει να πάρει κάτι, κάποιο μήνυμα ή αρκεί απλώς να πει ότι πέρασε ωραία βλέποντας την;


Αυτό το τελευταίο είναι πολύ σημαντικό που λες, είναι το ιδανικό κατά τη γνώμη μου. Μπορείς να πάρεις κάτι, ένα μήνυμα το οποίο ενδεχομένως και να σου σκάσει μετά από χρόνια. Ή την επόμενη ημέρα. Ή μπορεί να θυμηθείς μια εικόνα και να τη συνδέσεις με κάτι δικό σου. Ή και τίποτα! Ή ακόμη μπορεί να αισθανθείς εκείνη τη στιγμή κάτι, το οποίο να μην μπορείς να το περιγράψεις και να μη ξέρεις καν τι είναι. Το θέμα είναι να καταφέρουμε σε μια ώρα, σε μιάμιση ώρα που διαρκεί η παράσταση, κάπως να συναντηθούμε, κάτι να μοιραστούμε και κάτι να συμβεί με αφορμή μια ιστορία. Δεν μπορούμε να τα εξηγήσουμε όλα. Βλέπουμε έναν πίνακα και μας διαλύει. Δεν μπορούμε να πούμε γιατί μας διαλύει, επειδή έχει την τάδε απόχρωση για παράδειγμα. Δε ξέρεις γιατί κάτι μπορεί να σε συγκινήσει.


Στον Δημήτρη Τάρλοου και στην «Ηλέκτρα» του, τι σε συγκίνησε λοιπόν και είπες το «ναι»;


Δε λέω εύκολα «ναι» σε περιοδείες γιατί με φοβίζουν, μου φαίνεται πάρα πολύ δύσκολο. Είναι κάθε μέρα μια πρεμιέρα, δεν μπορώ να το δω καθόλου ως διακοπές ή ότι θα ξεσκάσω. Δεν μου είναι εύκολο η περιοδεία, οπότε συνήθως τις αφήνω. Δεν μπορώ να σου πω ακριβώς-ακριβώς τι είναι αυτό που με συγκίνησε στον Δημήτρη και είπα «ναι» στην Ηλέκτρα. Προσπαθώ να το ορίσω με τη λογική και να πω ότι έχει κάτι παιδικό και γέρου ταυτόχρονα. Μοιάζει σαν να έχω ξαναβρεθεί μαζί του, σου αφήνει χώρο. Παρόλα αυτά, δεν έχει ακρίβεια αυτό που σου λέω, γιατί δε ξέρω να στο εξηγήσω. Αλλά είπα «ναι» γιατί σκέφτηκα το «πάμε με αυτόν τον άνθρωπο». Γιατί έτσι!


Έχουν περάσει σχεδόν 15 χρόνια από το θεατρικό βραβείο Μελίνα Μερκούρη. Σε τι έχεις αλλάξει, προχωρήσει υποκριτικά;


Αυτό που μπορώ να σκεφτώ για εκείνη την περίοδο, είναι πως τότε υπήρχε ο Λευτέρης Βογιατζής, που πλέον δεν είναι κοντά μας. Το βραβείο το πήρα για τον «Ντόκο» του Δημήτρη Δημητριάδη σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή και για το «Η κυρία από τη θάλασσα» του Χένρικ Ίχεν σε σκηνοθεσία του νορβηγού Έιρικ Στούμπε. Αυτό και για μένα εσωτερικά και για το ελληνικό θέατρο γενικότερα είναι ένα τεράστιο πλήγμα. Είχε τον πήχη πολύ ψηλά και τότε υπήρχαν πολύ ισχυρές εστίες. Δεν είναι σαν το αλλαλούμ που υπάρχει τώρα. Που έχει βέβαια και τα πολύ καλά του, αλλά δυστυχώς υπάρχει μια τάση το θέατρο να γίνεται σούπερ μάρκετ. Πάρα πολλά έργα στην ίδια σκηνή. Αυτό, ακόμη κι αν ένα θέατρο μπορεί να το στηρίξει, ενεργειακά δεν είναι εύκολο. Είναι σημαντικό ένας χώρος να κουβαλά μια παράσταση. Αυτό είναι μια μεγάλη αλλαγή στο ελληνικό θέατρο εκείνη την περίοδο. Αυτό εμένα που είμαι ένας άνθρωπος ο οποίος πάντα ήθελα δασκάλους, «γκουρού», είχα την φοβερή τύχη να βρεθώ με ανθρώπους που ήθελα, ξαφνικά όταν οι άνθρωποι φεύγουν ή οι σκηνές όπως το «Αμόρε» -παρά το γεγονός ότι δεν ήμουν παιδί του «Αμόρε»- δεν υπάρχουν πια, σε κλονίζει. Βέβαια, σε βάζει αναγκαστικά σε μια διαδικασία να θέλεις να πατήσεις περισσότερο στα πόδια σου. Μοιάζει να πρέπει να πάρεις εσύ, με όποιον άλλον παρέα που αισθάνεσαι ότι θέλεις και θέλει, τα ηνία. Κάτι να ξεκινήσετε. Είμαστε τώρα σε μια ηλικία που νομίζω ότι πρέπει να εμπιστευτούμε τον εαυτό μας και όσο μπορού με να συναντηθούμε μεταξύ μας και να ενωθούμε.


Ένας ηθοποιός οφείλει να είναι αισιόδοξος ή όχι;


Νομίζω πως ένας άνθρωπος οφείλει να είναι γενικότερα αισιόδοξος. Στο λέω μάλιστα σε μια περίοδο αρκετά μελαγχολική για εμένα, αλλά είναι πολύ βοηθητικό που το λέω. Η ζωή όσο σκληρή και δύσκολη κι αν είναι, έχει τρομερό φως γιατί ζούμε! Και όσο ζούμε έχουμε τη δυνατότητα κάτι να μετακινήσουμε. Αυτό είναι από μόνο του πολύ αισιόδοξο, ακόμη κι αν χάνουμε πολλές φορές την πίστη μας, έχουμε όμως τη δυνατότητα. Όσο ζούμε λοιπόν, πρέπει να προσπαθούμε και να είμαστε αισιόδοξοι.