Η Yayoi Kusama έφυγε στα 97 της, αφήνοντας πίσω της ένα ολόκληρο σύμπαν από τελείες, καθρέφτες, κολοκύθες και άπειρο.

Γεννημένη στην Ιαπωνία το 1929, άρχισε από παιδί να μετατρέπει σε εικόνες τις έντονες οπτικές εμπειρίες και παραισθήσεις που βίωνε. Το 1957 έφυγε για την Αμερική και στη Νέα Υόρκη έγινε μία από τις πιο ριζοσπαστικές παρουσίες της avant-garde: Infinity Nets, γλυπτά, performances, αντιπολεμικά happenings και αργότερα τα περίφημα Infinity Mirror Rooms. Μια γυναίκα, Γιαπωνέζα και outsider σε έναν χώρο που τότε κυριαρχούνταν σχεδόν ολοκληρωτικά από άνδρες, κατάφερε όχι απλώς να βρει τη θέση της, αλλά να δημιουργήσει μια εικαστική γλώσσα που σήμερα αναγνωρίζεται αμέσως σε όλο τον κόσμο.
Πίσω όμως από τα πολύχρωμα dots υπήρχε κάτι πολύ βαθύτερο. Για την Kusama η επανάληψη, το άπειρο και η «εξαφάνιση» του εαυτού μέσα στο σύμπαν δεν ήταν αισθητικά τρικ· ήταν ένας τρόπος να διαχειρίζεται τον ίδιο της τον νου.
Από το 1977 επέλεξε να ζει σε ψυχιατρική κλινική στο Τόκιο και κάθε μέρα πήγαινε στο κοντινό της studio για να δουλέψει. Η τέχνη, όπως είχε πει, ήταν αυτό που την κράτησε στη ζωή. Και ίσως μια από τις ωραιότερες φράσεις της να συνοψίζει ολόκληρη τη ματιά της: «Η Γη μας είναι μόνο μία βούλα ανάμεσα σε ένα εκατομμύριο αστέρια στο σύμπαν.» Συνέχισε να ζωγραφίζει μέχρι τις τελευταίες ημέρες της ζωής της.

Γιατί πρέπει να ξέρουμε τη Yayoi Kusama;
Γιατί πολύ πριν τα immersive installations γίνουν παγκόσμιο φαινόμενο και τα έργα τέχνης γίνουν “Instagrammable”, εκείνη είχε ήδη αρχίσει να χτίζει δωμάτια στα οποία ο θεατής χανόταν μέσα στο άπειρο. Γιατί επέμεινε σε ένα προσωπικό όραμα όταν δεν έμοιαζε με τίποτα από όσα περίμενε ο κόσμος της τέχνης από εκείνη. Και γιατί η ιστορία της θυμίζει ότι η δημιουργία μπορεί να είναι κάτι πολύ περισσότερο από ομορφιά: μπορεί να είναι αντίσταση, επιβίωση και ένας τρόπος να δώσεις μορφή σε όσα δεν μπορούν να ειπωθούν. Όπως είχε πει η ίδια: «Θα συνεχίσω να ζωγραφίζω μέχρι να πεθάνω.» Και αυτό ακριβώς έκανε.





