Τα αμύγδαλα ανήκουν στις τροφές με υψηλή διατροφική πυκνότητα, αφού περιέχουν μονοακόρεστα λιπαρά, φυτικές ίνες, βιταμίνη Ε και πολυφαινόλες. Τα στοιχεία αυτά έχουν συσχετιστεί με την καλή λειτουργία της καρδιάς, ενώ τα τελευταία χρόνια μελετάται και η συμβολή τους στη γνωστική υγεία. Καθώς η κατάσταση των αγγείων και το μικροβίωμα του εντέρου φαίνεται να επηρεάζουν τον εγκέφαλο, τα αμύγδαλα θεωρούνται πλέον μια τροφή που μπορεί να υποστηρίζει συνολικά τον οργανισμό και πιθανώς να σχετίζεται με χαμηλότερο κίνδυνο άνοιας.

Ένα από τα σημαντικά τους πλεονεκτήματα είναι η περιεκτικότητα σε φυτικές ίνες. Η φυσική δομή του καρπού, με τα κυτταρικά τοιχώματα να παραμένουν σε μεγάλο βαθμό άθικτα, επιβραδύνει την πέψη και «κρατά» μέρος του λίπους, με αποτέλεσμα ο οργανισμός να απορροφά λιγότερες θερμίδες από όσες αναγράφονται. Τα μονοακόρεστα λιπαρά συμβάλλουν στη σωστή λειτουργία της καρδιάς και των αγγείων, ενώ ενώσεις όπως οι πολυφαινόλες και η αργινίνη φαίνεται να βοηθούν στη διατήρηση της ελαστικότητας των αγγείων – κάτι που παίζει ρόλο και στην εγκεφαλική υγεία.

Παρότι είναι θερμιδικά πυκνά, μια τυπική μερίδα περίπου 25-30 γραμμαρίων (γύρω στα 20-25 αμύγδαλα) προσφέρει πρωτεΐνη, καλά λιπαρά και φυτικές ίνες, και συχνά προτείνεται η κατανάλωση έως δύο μικρών χουφτών ημερησίως. Η διαφορά ανάμεσα σε ωμά και ψημένα είναι μικρή, όμως όταν γίνονται βούτυρο η απορρόφηση των λιπαρών αυξάνεται, επειδή διασπώνται τα κυτταρικά τοιχώματα. Αντίθετα, το ρόφημα αμυγδάλου περιέχει πολύ λιγότερα από τα αρχικά θρεπτικά συστατικά του καρπού.
Την ίδια στιγμή, το αμυγδαλέλαιο παραμένει ιδιαίτερα δημοφιλές στην περιποίηση δέρματος και μαλλιών, κυρίως λόγω της βιταμίνης Ε και της αντιοξειδωτικής του δράσης, που συνδέονται με πιο λαμπερή και ενυδατωμένη επιδερμίδα.





