Η έντονη επαφή των παιδιών με τις οθόνες από πολύ μικρή ηλικία δεν αποτελεί απλώς μια αθώα καθημερινή συνήθεια. Σύμφωνα με σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα, μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσεται ο εγκέφαλος, με συνέπειες που γίνονται εμφανείς χρόνια αργότερα.

Νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό eBioMedicine αποκαλύπτει ότι η εκτεταμένη χρήση tablet και τηλεόρασης πριν από την ηλικία των δύο ετών συνδέεται με πιο αργές γνωστικές αντιδράσεις και αυξημένα επίπεδα άγχους στην εφηβεία.

Η ερευνητική ομάδα, με επικεφαλής την επίκουρη καθηγήτρια Tan Ai Peng από το Εθνικό Πανεπιστήμιο της Σιγκαπούρης (NUS) και το ερευνητικό κέντρο A*STAR, παρακολούθησε επί περισσότερα από δέκα χρόνια 168 παιδιά της μελέτης GUSTO. Με τη βοήθεια προηγμένων τεχνικών απεικόνισης του εγκεφάλου, οι επιστήμονες κατέγραψαν τη σύνδεση μεταξύ της πρώιμης έκθεσης στις οθόνες και της ψυχικής κατάστασης των παιδιών στην ηλικία των 13 ετών.

Η πρόωρη ωρίμανση έχει κόστος

Οι εγκεφαλικές απεικονίσεις πραγματοποιήθηκαν σε τρεις καθοριστικές ηλικίες: στα 4,5, 6 και 7,5 έτη. Τα δεδομένα έδειξαν ότι τα παιδιά που είχαν περάσει περισσότερο χρόνο μπροστά σε οθόνες κατά τα δύο πρώτα χρόνια της ζωής τους εμφάνισαν επιταχυνόμενη ανάπτυξη των εγκεφαλικών δικτύων που σχετίζονται με την όραση και τον γνωστικό έλεγχο.

Όπως επισημαίνει η Dr. Huang Pei, αυτή η ταχύτερη ωρίμανση αποτελεί αντίδραση σε έντονα και συνεχή ερεθίσματα. Οι περιοχές του εγκεφάλου που επεξεργάζονται την οπτική πληροφορία εξειδικεύονται πρόωρα, χωρίς να έχει προηγηθεί η σωστή ανάπτυξη των συνδέσεων που υποστηρίζουν τη σύνθετη σκέψη. «Η διαδικασία αυτή περιορίζει τη μελλοντική προσαρμοστικότητα και ανθεκτικότητα του παιδιού», εξηγεί η ίδια.

Οι συνέπειες έγιναν εμφανείς στην ηλικία των 8,5 ετών, όταν τα παιδιά αυτά χρειάζονταν περισσότερο χρόνο για να ανταποκριθούν σε γνωστικά τεστ. Αυτή η επιβράδυνση λειτούργησε ως ένδειξη των αυξημένων επιπέδων άγχους που παρατηρήθηκαν αργότερα, στην εφηβεία.

Το προστατευτικό όφελος της ανάγνωσης

Παρά τα ανησυχητικά ευρήματα, η έρευνα προσφέρει και μια θετική προοπτική. Σε ξεχωριστή μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Psychological Medicine, η ίδια επιστημονική ομάδα διαπίστωσε ότι η κοινή ανάγνωση βιβλίων μπορεί να λειτουργήσει προστατευτικά για τον αναπτυσσόμενο εγκέφαλο.

Τα παιδιά στα οποία οι γονείς διάβαζαν συστηματικά βιβλία γύρω στην ηλικία των 3 ετών εμφάνισαν σαφώς μειωμένες αρνητικές επιδράσεις από τη χρήση οθονών. Η αλληλεπίδραση που δημιουργείται μέσα από το διάβασμα ενισχύει τον συναισθηματικό έλεγχο και βοηθά στη δημιουργία εγκεφαλικών συνδέσεων που συχνά παρακάμπτονται από την παθητική κατανάλωση ψηφιακού περιεχομένου.

Τα αποτελέσματα αυτά ενισχύουν τη σημασία των πρώτων δύο χρόνων ζωής για τη διαμόρφωση ενός ψυχικά ανθεκτικού ατόμου. Παράλληλα, προσφέρουν επιστημονικό υπόβαθρο για τη χάραξη νέων πολιτικών γύρω από την παιδική ανάπτυξη, υπενθυμίζοντας ότι απλές πρακτικές, όπως το διάβασμα, παραμένουν ανεκτίμητα εργαλεία για την ψυχική υγεία των αυριανών ενηλίκων.