Ποιος δεν θυμάται το εμβληματικό σπίτι της Ελενίτσας και του Αντωνάκη, που έγινε σύμβολο μέσα από την ταινία-σταθμό του Γιώργου Τζαβέλλα «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα»; Το σπίτι αυτό, γνωστό σε όλους πλέον ως «οικία Κοκοβίκου», ετοιμάζεται να ανοίξει ξανά τις πόρτες του, μεταμορφωμένο σε έναν ολοκαίνουργιο χώρο αφιερωμένο στον ελληνικό κινηματογράφο, ακριβώς στην καρδιά της Πλάκας.

Αποκατάσταση ενός μνημείου
Το κτήριο στην οδό Τριπόδων 32, σήμερα σε ερειπιώδη κατάσταση, αποτελεί διατηρητέο μνημείο και χαρακτηριστικό δείγμα αθηναϊκής αρχιτεκτονικής του 19ου αιώνα. Η διάσωσή του θεωρείται κρίσιμη, τόσο για την πολιτιστική ταυτότητα της Αθήνας όσο και για την εικόνα της ιστορικής γειτονιάς της Πλάκας.
Με χρηματοδότηση 1,7 εκατ. ευρώ από το ΕΣΠΑ 2021-2027, το Υπουργείο Πολιτισμού προχωρά στην αποκατάστασή του. Το έργο περιλαμβάνει ανασύσταση της αυλής, αναβάθμιση της λειτουργικότητας και συντήρηση των αρχαίων καταλοίπων που έχουν εντοπιστεί στον χώρο.
Από το σενάριο στην πραγματικότητα
Η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη τόνισε ότι το έργο εντάσσεται σε μια συνολική προσπάθεια ανάδειξης της Πλάκας μέσα από πολιτιστικούς πυρήνες, όπως η οικία Κωστή Παλαμά, το Σπίτι του Οδυσσέα Ελύτη και το μελλοντικό Μουσείο Καρόλου Κουν. Στόχος είναι η «οικία Κοκοβίκου» να μετατραπεί σε χώρο όπου ο επισκέπτης θα μπορεί να παρακολουθεί κλασικές ταινίες, συνδέοντας το παρελθόν του ελληνικού κινηματογράφου με το σήμερα.

Ένα σπίτι με ρίζες από το 1836
Το τριώροφο κτήριο, συνολικής επιφάνειας 266 τ.μ., διαθέτει ξύλινο συνεχές χαγιάτι σε όλες τις στάθμες – χαρακτηριστικό της πρώιμης οθωνικής περιόδου. Η ιστορία του ξεκινά από το 1836-1837 και, μέσα από αλλεπάλληλες επεμβάσεις, κατέληξε σε ένα «παλίμψηστο» μνήμης που συνδυάζει αρχιτεκτονική, κινηματογραφική κληρονομιά και την αστική ζωή της παλιάς Αθήνας.
Η Πλάκα ξαναγίνεται κινηματογραφικό σκηνικό
Η αποκατάσταση της «οικίας Κοκοβίκου» δεν είναι μόνο μια σημαντική πολιτιστική παρέμβαση, αλλά κι ένα μεγάλο δώρο για τους λάτρεις του ελληνικού κινηματογράφου. Το σπίτι που έγραψε ιστορία στη μεγάλη οθόνη θα ξανανοίξει, αυτή τη φορά για να προσφέρει μια ολοκληρωμένη εμπειρία: προβολές, περιήγηση στον χώρο και μια ζωντανή αίσθηση από την ατμόσφαιρα της Αθήνας του χθες.





