Μία από τις τελευταίες συνεντεύξεις της Γιαγιόι Κουσάμα έρχεται στη δημοσιότητα μετά τον θάνατό της, αποτυπώνοντας με σπάνια αμεσότητα τη βαθιά και αδιάσπαστη σχέση της με τη δημιουργία. Η κορυφαία Γιαπωνέζα καλλιτέχνιδα, που έφυγε από τη ζωή τον Αύγουστο του 2026 σε ηλικία 97 ετών, δεν αντιμετώπιζε ποτέ την τέχνη ως επάγγελμα ή ως ένα ξεχωριστό κομμάτι της καθημερινότητάς της. Για εκείνη, ζωή και έργο αποτελούσαν μία ενιαία εμπειρία.

Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε γραπτώς τον Σεπτέμβριο του 2025 από εκπροσώπους του Fondation Beyeler, του Museum Ludwig και του Stedelijk Museum. Αφορμή στάθηκε η μεγάλη περιοδεύουσα αναδρομική έκθεση της Κουσάμα, η οποία, μετά τη Βασιλεία και την Κολωνία, άνοιξε τις πόρτες της στο Άμστερνταμ. Μετά τον θάνατό της, όσα είπε αποκτούν αναπόφευκτα τον χαρακτήρα μιας τελευταίας προσωπικής κατάθεσης.
Στις απαντήσεις της, η Κουσάμα μιλά για μια δημιουργική παρόρμηση που δεν σταμάτησε ποτέ. Οι εικόνες και οι σκέψεις, όπως περιγράφει, αναδύονταν αδιάκοπα στη συνείδησή της και εκείνη αισθανόταν την ανάγκη να τους δώσει μορφή. Δεν υπήρχε κάποιο συγκεκριμένο τελετουργικό που την οδηγούσε στη δημιουργία ούτε μια σαφής διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην εργασία και στην προσωπική της ζωή. Ζούσε μέσα από την τέχνη και για την τέχνη.
Αυτή η απόλυτη αφοσίωση διατρέχει ολόκληρη τη διαδρομή της. Από πολύ μικρή ηλικία άρχισε να ζωγραφίζει, αναζητώντας έναν τρόπο να διαχειριστεί τις έντονες οπτικές εμπειρίες και τις παραισθήσεις που τη συνόδευαν. Οι επαναλαμβανόμενες κουκκίδες, τα μοτίβα που εξαπλώνονται χωρίς εμφανές τέλος, τα περίφημα Infinity Nets και αργότερα τα εντυπωσιακά Infinity Mirror Rooms δεν γεννήθηκαν απλώς ως αισθητικές επιλογές. Υπήρξαν ο τρόπος της να αποτυπώσει έναν κόσμο στον οποίο το άτομο χάνει σταδιακά τα όριά του και γίνεται μέρος ενός αχανούς σύμπαντος.
Η διεθνής αναγνώριση δεν ήρθε εύκολα. Η Κουσάμα εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και προσπάθησε να εδραιωθεί σε μια καλλιτεχνική σκηνή όπου κυριαρχούσαν οι άνδρες. Ζωγράφιζε επίμονα, πειραματιζόταν με τη γλυπτική, τις εγκαταστάσεις, την περφόρμανς, τον κινηματογράφο και τη λογοτεχνία, διεκδικώντας τον δικό της χώρο μέσα στην πρωτοπορία. Όπως υπογραμμίζει στη συνέντευξη, δεν επέλεξε εκ των προτέρων όλες αυτές τις διαφορετικές μορφές έκφρασης. Η μία προέκυπτε οργανικά μέσα από την άλλη.
Πίσω από τις πολύχρωμες κολοκύθες και τα θεαματικά δωμάτια με τους καθρέφτες υπήρχε, ωστόσο, μια ουσιαστική αναζήτηση. Η ίδια αντιλαμβανόταν τη δημιουργία ως μια πορεία προς την αλήθεια. Ήθελε τα έργα της να μεταφέρουν δύναμη, αξιοπρέπεια και ανθρωπιά, αλλά και να συνδέουν τους ανθρώπους με ιδέες όπως η αγάπη, η ειρήνη και ο σεβασμός απέναντι στη ζωή.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το μήνυμά της προς τις νεότερες γενιές. Σε έναν κόσμο γεμάτο αβεβαιότητα, κρίσεις και διαχωρισμούς, η Κουσάμα έβλεπε την τέχνη ως χώρο αντίστασης, επικοινωνίας και ουσιαστικής επαφής. Η δημιουργικότητα, σύμφωνα με τη δική της φιλοσοφία, μπορεί να βοηθήσει τον άνθρωπο να αντιμετωπίσει τον φόβο και τη σύγχυση, να αμφισβητήσει τις προκαταλήψεις και να μοιραστεί κάτι φωτεινό με τους γύρω του.
Παρά την τεράστια αναγνώριση και τη μετατροπή της σε παγκόσμιο πολιτιστικό σύμβολο, η Κουσάμα δεν έπαψε να αναζητά το επόμενο ανεξερεύνητο σημείο. Ακόμη και γνωρίζοντας ότι ο χρόνος της λιγόστευε, συνέχιζε να δημιουργεί με την ίδια επείγουσα ανάγκη που είχε όταν ήταν νέα.
Ίσως αυτή να είναι και η σημαντικότερη κληρονομιά της: όχι μόνο οι κουκκίδες, οι καθρέφτες και οι ατελείωτες αντανακλάσεις, αλλά η πεποίθηση ότι η τέχνη μπορεί να γίνει τρόπος ύπαρξης. Για τη Γιαγιόι Κουσάμα, άλλωστε, το έργο δεν βρισκόταν δίπλα στη ζωή. Ήταν η ίδια η ζωή.





